Craigie Horsfield

Craigie Horsfield
Craigie Horsfield

Ο Craigie Horsfield γεννήθηκε στο Cambridge στην Αγγλία το 1949. Άρχισε να σπουδάζει ζωγραφική στο Saint Martins Univercity τού Λονδίνου για να τα παρατήσει και να πάει δυο χρόνια στην Πολωνία όπου παρακολούθησε μαθήματα γραφιστικής στην Ακαδημία Επιστημών.
Παράλληλα στράφηκε στην προσωπική φωτογραφία την οποία συνέχισε με την επιστροφή του στην Αγγλία. Τις εικόνες του τις παρουσίασε για πρώτη φορά το 1988 προκαλώντας μεγάλη εντύπωση.
Τα «κλικ» του Horsfield γίνονται πάνω σε πράγματα μη ελκυστικά. Οι φωτογραφίες του, εκφράζουν έναν κόσμο βυθισμένο στο χρόνο και στην αναμονή, έναν κόσμο γκρίζο, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η τρίτη διάσταση είναι ανύπαρκτη, η επιμελημένη τάξη και συμμετρία του κάδρου του, παραπέμπει σε ένα «τακτοποιημένο» κελί, με λίγο φως που μπαίνει από το φεγγίτη.
Ο Horsfield τυπώνει τις φωτογραφίες του πολύ αργότερα από τη στιγμή της λήψης και έχει σε αυτές δυο ημερομηνίες, (λήψης – εκτύπωσης), θέτοντάς μας ερωτήματα για το χρόνο γέννησης της εικόνας.
Έχει εκθέσει φωτογραφίες του, πάντα σε πολύ μεγάλα μεγέθη, στην Documenta XI, στο Kassel της Γερμανία το 2002, στη Whitney Biennial της Νέας Υόρκης το 2003 και αλλού.
Ο ίδιος έχει πει: «Μεγαλώνουμε μέσα στην αμφιβολία, και η αμφιβολία είναι η προϋπόθεση από την οποία όλα τα υπόλοιπα απορρέουν. Όταν είσαι παιδί η πίστη σου αποτελεί ένα σύνολο, δεν έχεις αγγίξει τα όρια ούτε έχεις μπει στις σκιές…».
Σήμερα ζει και εργάζεται μεταξύ Λονδίνου και Νέας Υόρκης.

..

Δεν είναι πολλοί οι σύγχρονοι φωτογράφοι που πέτυχαν, και μάλιστα σε νέα σχετικά ηλικία, να διαμορφώσουν ένα έργο με στιβαρή καλλιτεχνική πρόταση και ευδιάκριτο προσωπικό περιεχόμενο. Γι’ αυτό η αιφνίδια παρουσία τού Horsfield στη φωτογραφική σκηνή τής Αγγλίας στα τέλη τής δεκαετίας τού 1980 προκάλεσε έκπληξη και ενθουσιασμό. Η πολύχρονη πάλη τού Horsfield με τη ζωή και τη φωτογραφία άφησε θετικά ίχνη στη δουλειά του και η υπομονετική αναμονή του μέχρι τη θριαμβευτική του εμφάνιση ανταμείφθηκε με άπειρα επαινετικά σχόλια. Μια αναμονή, είναι αλήθεια, που μπορεί να έκρυβε αντί για σεμνότητα έναν συγκεκαλυμμένο ναρκισσισμό. Το αποτέλεσμα όμως είναι αυτό που δικαιώνει τον καλλιτέχνη.

Η συγκεκριμένη φωτογραφία συμπυκνώνει το σύνολο τού μέχρι σήμερα έργου του, το οποίο, παρά μερικές πρόσφατες εξαιρέσεις, παραμένει συνεπές και συμπαγές. Η φωτογραφία, που απεικονίζει ένα γυμνό τής γυναίκας του, μιλάει για τον κόσμο τής ασφυξίας και τής μετέωρης αναμονής, κάτι που φαίνεται να τον απασχολεί από την αρχή τής δημιουργικής του πορείας. Το γυμνό γυναικείο σώμα, τόσο συχνά συνδεδεμένο με πλαστικές αναζητήσεις και επιφανειακές προεκτάσεις λειτουργεί εν προκειμένω με διττό τρόπο. Παραμένει ερωτικό και γήινο αλλά φέρει επάνω του και τα σημάδια μιας κόπωσης. Η γκρίζα επιφάνεια τού τοίχου, τοίχου μιας μεταφορικής φυλακής, συμπληρώνεται από το παράλογα τοποθετημένο τραπέζι που στερεί το σώμα από τη διαφυγή του. Το σώμα ποζάρει και μαζί συσπάται. Το χέρι απωθεί και ταυτόχρονα στηρίζεται. Το κρυμμένο πρόσωπο δεν δίνει στον θεατή την παραμικρή διέξοδο από την παγίδα που το περικλείει, όπως ίσως θα έκανε η επαφή με ένα βλέμμα.

Το σημαντικό είναι ότι αυτή η έντονη αίσθηση πίεσης δηλώνεται με ελάχιστα εκφραστικά μέσα που το καθένα μόνο του και όλα μαζί περικλείουν μεγάλη ένταση. Τρία μόνο στοιχεία, τοίχος, τραπέζι, κορμί, όλα αναγνωρίσιμα και διαυγή γίνονται εναλλάξ έμψυχα και άψυχα και ενώνονται μέσα από μια ισοπεδωτική γκριζάδα. Τάξη και λιτότητα σε συνδυασμό με μια τρίτη διάσταση που δεν τολμά να δηλώσει την παρουσία της. Ο τοίχος μοιάζει γωνιασμένος ενώ είναι επίπεδος και το τραπέζι επιχειρεί άτσαλα να μας συνδέσει με τον χώρο εκτός τού κάδρου. Η απουσία καθαρού άσπρου και μαύρου επιτείνει την εξώκοσμη αίσθηση.

Μπορεί (και πρέπει) η κάθε φωτογραφία να έχει τη δική της παρουσία και δυναμική, αλλά είναι εξαιρετικά σημαντικό η φωτογραφία αυτή να λειτουργεί και σαν ψηφίδα σε ένα μεγαλύτερο κομμάτι τής δημιουργίας τού φωτογράφου. Και είναι ακόμα μεγαλύτερη η ευαισθησία του και η ευφυΐα του αν κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται με φωτογραφίες που περιέχουν διαφορετικό θέμα αλλά περικλείουν το ίδιο περιεχόμενο. Τότε προσφέρει και μια ανυπολόγιστη υπηρεσία γενικότερα στη φωτογραφία αφαιρώντας της για λίγο το βάρος τού θέματος και τής απεικόνισης. Είναι χαρακτηριστικό επομένως ότι την ίδια χρονική περίοδο ο Horsfield φωτογραφίζει έναν τεράστιο και επιβλητικό ρινόκερο περιορισμένο ασφυκτικά από τους τείχους τού κλουβιού του αλλά και από τα όρια τού φωτογραφικού κάδρου. Φωτογραφίζει επίσης μια σκοτεινή σκάλα που οδηγεί σε ένα υπόγειο, το πάτωμα ενός υπογείου, ένα σκεπασμένο πιάνο με ουρά, τις πλάτες ανθρώπων εγκλωβισμένων σε ένα τρέιλερ, μοναχικά δέντρα ή ανθρώπους καθισμένους να περιμένουν ανέκφραστοι κάτι άγνωστο. Και όλα αυτά μέσα στην προσφιλή του γκριζάδα που τα αγκαλιάζει για να τα πνίξει. Η γενική πάντως αίσθηση που αφήνουν αυτές οι φωτογραφίες πίσω τους είναι εκείνη ενός ανθρώπου που περπάτησε μέσα από τις σκιές και τα ερείπια, που βγήκε σώος, αν και όχι αβλαβής, και που μπορεί τώρα να περιγράψει την πορεία του γιατί εκείνος είδε όσα άλλοι δεν μπορούν να δουν. Έτσι βέβαια περιγράφει στην ουσία την πορεία κάθε καλλιτέχνη.

Όταν ο Horsfield ρωτήθηκε γιατί δεν φωτογράφιζε (τότε) και τον μικρό του γιο, παρά μοναχά τη γυναίκα απάντησε: “Γιατί μεγαλώνουμε στην αμφιβολία, και η αμφιβολία είναι η προϋπόθεση από την οποία όλα τα υπόλοιπα ρέουν. Όταν είσαι παιδί η πίστη σου αποτελεί ένα σύνολο. Δεν έχεις αγγίξει τα όρια ούτε έχεις μπει στις σκιές». Ίσως μέσα από αυτή την πρόταση μπορεί κανείς να προσεγγίσει και το έργο του.

γράφει ο Πλάτων Ριβέλλης

Craigie Horsfield videos

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s